Πανηγυρικός – Αίγινα, Ελένη Σταμπόγλη Ιανουάριος 2018

Τον Ιανουάριο του 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας αποβιβάστηκε στην Αίγινα, η οποία είχε οριστεί ως πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Ερχόταν εκλεγμένος από την Γ’ Εθνοσυνέλευση για να αναλάβει καθήκοντα Κυβερνήτη, όπως αυτά ορίζονταν στο Σύνταγμα που είχε ψηφιστεί από την ίδια Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο του 1827, για μια θητεία επτά χρόνων. Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε την πραγματικότητα που αντίκρυσε, εμείς που περπατούμε σήμερα τον ίδιο τόπο. Ακόμη όμως πιο δύσκολο είναι να συλλάβουμε όλες εκείνες τις πολλαπλές προσδοκίες με τις οποίες επενδύθηκε η έλευσή του: τις δικές του, των υποστηρικτών του στο εξωτερικό, των πρωτεργατών της εκλογής του, των άλλων με τη συγκρατημένη αισιοδοξία, αλλά και όσων είχαν βιώσει τα τελευταία χρόνια την απώλεια των δικών τους, την καταστροφή της γης τους, το σκόρπισμα της όποιας περιουσίας τους, την αναίρεση της οποιαδήποτε κανονικότητας. Οι επέτειοι είναι σημαντικές γιατί δημιουργούν μια φαινομενική παύση στον ρέοντα καθημερινό χρόνο, ένα σύντομο διάλειμμα. 

 

Προτείνω λοιπόν να εκμεταλλευτούμε αυτή τη στάση για να δούμε τι και πώς σκεφτόμαστε εμείς σήμερα για αυτόν τον Κερκυραίο ευπατρίδη, τον Ευρωπαίο πολιτικό που έφτασε στην Αίγινα ένα πρωινό του Γενάρη πριν από 190 χρόνια και ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με το όραμα και τις προσπάθειες για μια ειρηνική Ευρώπη και με την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Και έχει ενδιαφέρον αυτό γιατί κάθε γενιά έχει την ανάγκη να θέσει στον παρελθόν τα δικά της ερωτήματα: όχι μόνο επειδή η ιστορική έρευνα προχωρά και φέρνει στο φως νέα στοιχεία αλλά επειδή κάθε τότε νοηματοδοτείται από τα ερωτήματα, τις οπτικές, την εμπειρία του τώρα. Υποστηρίζω λοιπόν, πως ο Καποδίστριας, πέρα από την αυτονόητη θέση που έχει στη σύγχρονη ιστορία μας – όχι μόνο στη δική μας, «εθνική» ιστορία, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης – εξακολουθεί να μας γοητεύει και να μας προτρέπει στη μελέτη του έργου του, ασκώντας μια παράξενη έλξη: για πολλούς αποτελεί εκείνη την εμβληματική φυσιογνωμία που συμπυκνώνει στόχους που φαίνεται να έθεσε η χώρα, ιδίως μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο: την συμπόρευση με τα κράτη της δυτικής Ευρώπης. 

 

Ως ένας από τους θεμελιωτές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος των αρχών του 19ου αιώνα, επανέρχεται στο προσκήνιο σήμερα που η Ευρώπη αναζητεί τη γενεαλογία του ευρωπαϊκού ιδεώδους. Άλλους τους συγκινεί ένας ιδιότυπος ασκητισμός που τον χαρακτήρισε καθόλη τη διάρκεια του βίου του. Το γεγονός ότι η ζωή του, και επομένως η πολιτική του σταδιοδρομία στην Ελλάδα ανακόπηκαν βίαια, έδωσε πολλές φορές την αφορμή για εύκολες ερμηνείες για το πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στην Ελλάδα αν είχε ολοκληρώσει τη θητεία του και είχε καταφέρει να υλοποιήσει το όραμά του. 

 

Όμως Ιστορία δεν είναι αυτό που θα μπορούσε να γίνει, αλλά αυτό που έγινε. Γνωρίζουμε όλοι πως ο δημόσιος λόγος για την Ιστορία μας, διεξάγεται συχνά μέσα από διατυπώσεις τόσο γενικόλογες που ακυρώνουν την όποια εγκυρότητά του, ή πολλές φορές μέσα από διατυπώσεις συνθηματολογικές και αχρονικές, που δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν την ιστορικότητα ενός φαινομένου. Άλλες φορές πάλι, επικαλούμαστε την Ιστορία για να δικαιολογήσουμε ιδεολογικές μας θέσεις που αφορούν το παρόν. Κι αυτό οφείλεται, πέρα από τις όποιες σκοπιμότητες, σε μια σοβαρή έλλειψη άσκησης. Γιατί η εκφορά συγκροτημένου δημόσιου λόγου για την Ιστορία μαθαίνεται, ή μάλλον οφείλει να διδάσκεται, από νωρίς μάλιστα. Εδώ και πολλές δεκαετίες –μας ξαφνιάζει πόσο παλιός είναι αυτός ο προβληματισμός- μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας, αλλά και ευρύτερα άνθρωποι που εμπλέκονται με την εκπαίδευση στη χώρα μας, μιλούν για το πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσουν οι μαθητές μας κριτική σκέψη. Ωστόσο φαίνεται να είναι ένας προβληματισμός που μένει κενός λόγος. Η καθημερινή εμπειρία όλων μας επιβεβαιώνει πως ο κύριος μηχανισμός διαμόρφωσης ιστορικά σκεπτόμενων υποκειμένων –αναφέρομαι στο σχολείο και τα σχολικά εγχειρίδια- ενώ φαίνεται να επιζητεί την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, διαμορφώνει και διαιωνίζει δεδομένα σχήματα αναφορικά με το παρελθόν. Οι πρόσφατες εξελίξεις σε «εθνικά θέματα» και η στάση της κοινής γνώμης σ΄αυτά αποδεικνύουν πόση ισχύ έχουν τα σχήματα που διδάσκεται κανείς στο σχολείο και πόσο περιορισμένη είναι η κριτική σκέψη. 

 

Έτσι, ο ιστορικός λόγος που εδραιώνεται στο σχολείο φτάνει στη δημόσια σφαίρα ως ενιαία αφήγηση μιας κοινά αποδεκτής ιστορικής αλήθειας. ΄Ετσι την εικόνα που έχουν οι περισσότεροι σύγχρονοι Έλληνες για τον Καποδίστρια θα την περιέγραφαν με τους όρους που τους υπαγορεύει η σχολική τους παιδεία. Και παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που γνώρισε η αποτίμηση της προσωπικότητας και του έργου του στη νεοελληνική συνείδηση, η προσωπικότητα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, δεν αποτελεί σήμερα υποκείμενο υπό αμφισβήτηση. Ενταγμένος στο εθνικό πάνθεον διαθέτει εκείνα τα χαρακτηριστικά που στην κοινή συνείδηση διακρίνουν τους μεγάλους άνδρες. Οι αναφορές στο πρόσωπό του πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια, φαίνεται σαν η ελληνική κοινωνία να επιθυμεί μια εκ νέου «γνωριμία» με αυτόν τον οικείο-άγνωστο. «Το εθνικό παρελθόν χρησιμοποιείται ως πηγή παραδειγμάτων για το εθνικό παρόν και η ιστορία καλείται για μια ακόμη φορά να διδάξει», όπως σημειώνει ο Ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Κρήτης Χρ. Λούκος. Ωστόσο, παρά τον καίριο ρόλο της, η σχολική Ιστορία δεν είναι η μόνη παράμετρος που υπεισέρχεται στη διαμόρφωση στάσεων και αξιών για το συλλογικό παρελθόν. Στη διαμόρφωση μιας πιο κριτικής στάσης των νέων αλλά και της κοινής γνώμης απέναντι στο ιστορικό γίγνεσθαι, συμβάλλουν και άλλοι εκπαιδευτικοί θεσμοί, εκείνοι που ονομάζουμε θεσμοί της μη τυπικής εκπαίδευσης όπως είναι τα μουσεία, οι βιβλιοθήκες και τα αρχεία. 

 

Και επιτρέψτε μου εδώ να μοιραστώ μαζί σας την πρόσφατη εμπειρία μου από τρία τέτοια παραδείγματα που αφορούν στην ιστορική διαχείρηση της παρακαταθήκης του Ιωάννη Καποδίστρια. Το πρώτο είναι το Μουσείο Καποδίστρια-Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών στην Κέρκυρα, το μόνο αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του σπουδαίου πολιτικού. Η ιστορία του μουσείου συνδέεται άμεσα με μια ξεχωριστή προσωπικότητα, τη Μαρία Καποδίστρια Δεσύλλα. Δισέγγονη του μικρότερου αδελφού του Κυβερνήτη, πρώτη εκλεγμένη γυναίκα Δήμαρχος στη χώρα μας, οραματίστηκε στο οικογενειακό κτήμα της Κουκουρίτσας έναν φορέα που θα αναδείκνυε την παρακαταθήκη του σπουδαίου προγόνου της. Με μια σπάνιας γενναιοδωρίας χειρονομία, το 1979 προχώρησε στη δωρεά του κτήματος περιγράφοντας ταυτόχρονα τους εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς στόχους του Μουσείου και ορίζοντας θεματοφύλακές του τα τρία ιστορικά σωματεία της Κέρκυρας: την Αναγνωστική Εταιρία Κερκύρας, τη Φιλαρμονική Εταιρεία και την Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών. Το Μουσείο επαναλειτούργησε τον περασμένο Οκτώβριο: ένα ανακαινισμένο κτίριο, μία σύγχρονη μουσειολογική μελέτη και μια μικρή ομάδα νέων, παθιασμένων επιστημόνων συνθέτουν το τρίπτυχο με το οποίο το Μουσείο θα επιδιώξει στο προσεχές μέλλον να πραγματώσει το όραμα της δωρήτριάς του. Και ποιο είναι αυτό; Να δημιουργήσει για τους επισκέπτες του, φυσικούς αλλά και τους εξ’ αποστάσεως, τις συνθήκες και τα εργαλεία που θα επιτρέψουν στον καθένα να διαμορφώσει μία κριτική αποτίμηση των συνθηκών που σμίλεψαν τον χαρακτήρα, τις επιλογές, τις πράξεις του Ιωάννη Καποδίστρια. Από όλα τα μέσα που είναι στη διάθεση του Μουσείου, ξεχωρίζω ως μια από τις πιο σημαντικές δράσεις το σχεδιασμό μιας μουσειοσκευής για τα σχολεία. Σε αυτή την εκπαιδευτική βαλίτσα, θα συγκεντρωθούν αντίγραφα από τη συλλογή του μουσείου, εικονογραφικό υλικό, προτάσεις για δραστηριότητες που θα προσκαλούν τους μαθητές σε «αναγνώσεις» της ζωής του Ιωάννη Καποδίστρια. Το υλικό αυτή της μουσειοσκευής, η δομή των θεματικών ενοτήτων, η εστίαση σε έννοιες που χαρακτήρισαν την πολιτεία του Ιωάννη Καποδίστρια, και η προτροπή για εξέταση, έρευνα και σύνθεση, την καθιστούν πολύ σημαντικό εργαλείο προς την κατάκτηση αυτού που λέγαμε πριν: την άσκηση που απαιτεί η διαμόρφωση ιστορικής σκέψης. Το δεύτερο παράδειγμα που θέλω να αναφέρω είναι η πρωτοβουλία που ανέλαβε το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες για τη συγκρότηση του Ψηφιακού Αρχείου Ιωάννη Καποδίστρια. Μια ομάδα έγκριτων επιστημόνων, θέτοντας νέα ερευνητικά ερωτήματα για τη φύση των αρχείων στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον στο οποίο ζούμε, δημιούργησε έναν πολυεστιακό κόμβο που συνενώνει έγγραφα, αρχειακές συλλογές, προσωπικά αντικείμενα και έργα τέχνης που σχετίζονται με το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια σε μια ψηφιακή πλατφόρμα. Το έργο αυτό είναι από τη φύση του «ανοικτό»: τόσο ως προς τις δυνατότητες εμπλουτισμού του όσο και ως προς την προσβασιμότητά του. Παρουσιάζει επομένως, με τρόπο οργανωμένο και «δημοκρατικό» το πρωτογενές υλικό της ιστορικής έρευνας. Αυτό, μαζί με κάποιες κατευθύνσεις για την αξιοποίησή του στην εκπαιδευτική πράξη, επιτρέπουν –και προτρέπουν θα έλεγα- στην κριτική προσέγγιση του ιστορικού υλικού. Ενθαρρύνει δηλαδή τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές τους στην επιλογή των θεματικών που τους ενδιαφέρουν περισσότερο, στη διατύπωση των δικών τους ερωτημάτων, και τους προσκαλεί να διατυπώσουν κάποιες απαντήσεις. Και φτάνω στο τρίτο παράδειγμα του πώς μπορούμε να αναπτύξουμε, κυρίως ως προς τους νέους, μια άλλη κουλτούρα ιστορικής σκέψης. Ο λόγος για την αποκατάσταση των καποδιστριακών κτιρίων, εδώ στην Αίγινα. Δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε τα βαθύτερα αίτια που στάθηκαν εμπόδιο τόσες δεκαετίες στην αποκατάσταση και την ανάδειξη του συμπλέγματος αυτών των εμβληματικών κτισμάτων που τόσο άρρηκτα συνδέονται με τα πρώτα βήματα του ελληνικού κράτους. Σίγουρα δεν εδράζονται στην έλλειψη τεχνογνωσίας – αν μη τι άλλο μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για τα υψηλότατα στάνταρ της αρχαιολογικής υπηρεσίας, πράγμα που αποδεικνύει περίτρανα πως όταν επενδύσεις κάπου θα δρέψεις κάποια μέρα τους ανάλογους καρπούς: η αρχαιολογική υπηρεσία ήταν από τις πρώτες υπηρεσίες που ιδρύθηκαν και ο ίδιος ο Καποδίστριας επικύρωσε τις αποφάσεις της Γ Εθνοσυνέλευσης που απαγόρευαν την εξαγωγή αρχαιοτήτων από τη χώρα και προέτρεψε στη δημιουργία του πρώτου μουσείου. Θα ισχυριστώ πως ούτε οικονομικό ήταν το ζήτημα: κατά τη γνώμη μου έχει περισσότερο να κάνει με αυτή τη βαθιά αμφίθυμη σχέση που έχει αναπτύξει η κοινωνία μας με τη σύγχρονη ιστορία της, προτιμώντας να ανάγει τα πάντα σε ένα αχρονικό, ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν. 

 

Για τους όποιους λόγους, πάντως, το έργο της αποκατάστασης ξεκίνησε και ήδη το Κυβερνείο ετοιμάζεται να παραδοθεί προς χρήση ενώ προχωρά η επικαιροποίηση της μελέτης για το Εϋνάρδεο. Αυτόν τον καιρό, και πριν εγκατασταθεί στο Κυβερνείο το περίφημο Ιστορικό Αρχείο Αίγινας, συζητείται η φιλοξενία της έκθεσης για τη ζωή και το έργο του Καποδίστρια, που εκπόνησε η Βουλή των Ελλήνων. Αυτό θα είχε μια διπλή σημασία: αφ’ ενός οι πολίτες της Αίγινας θα έχουν την ευκαιρία να επισκεφθούν μία έκθεση εμπεριστατωμένη και φροντισμένη από το έμπειρο προσωπικό της Βιβλιοθήκης της Βουλής. Αφ’ ετέρου, ειδικά για τις σχολικές ομάδες που θα επισκέπτονταν την έκθεση, θα ήταν μία μοναδική ευκαιρία για αναστοχασμό γύρω από τα τεκμήρια μιας έκθεσης στο ιστορικό κέλυφος που τα γέννησε – έστω κάποια απ’ αυτά. Σπάνια σε μια έκθεση το περιεχόμενο και ο χώρος που το φιλοξενεί βρίσκονται σε τέτοιο διάλογο: εδώ οι καθηγητές που θα οργανώσουν τις επισκέψεις αυτές θα έχουν τη μοναδική ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τους μαθητές τους σε ένα εντελώς ιδιαίτερο πλαίσιο: κι αυτά τα κτίρια που αποτελούν ένα καθημερινό σκηνικό του οικείου τους χώρου, θα αποκτήσουν μια νέα διάσταση γιατί θα έχουν νοηματοδοτηθεί από τις συζητήσεις αυτές. Κι έτσι, ίσως θα μπορούμε με μεγαλύτερη αισιοδοξία να προσδοκούμε ότι αυτοί οι μαθητές, ως αυριανοί πολίτες, θα τα αισθάνονται πιο δικά τους αυτά τα κτίρια και ό,τι περιέχουν, και θα κινητοποιηθούν πιο αποτελεσματικά όταν έρθει η δική τους ώρα να δώσουν το στίγμα τους ως πολίτες, που ξέρουν να διεκδικούν γιατί έχουν γνωρίσει και αγαπήσει. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στο Δίκτυο Καποδιστριακών Πόλεων που αποτελεί ένα επίσης καινοτόμο και φιλόδοξο εχείρημα. Ήδη έχει ξεκινήσει μια συντονισμένη προσπάθεια να διευρυνθεί ο αρχικός πυρήνας, με σκοπό να συνδεθούν κι άλλες ευρωπαϊκές πόλεις που συσχετίζονται με τον Ιωάννη Καποδίστρια και την ιστορία της οικογένειάς του. Το Δίκτυο, βασισμένο στις αρχές της επιστημονικής εγκυρότητας και της διεπιστημονικής προσέγγισης, αξιοποιώντας τα εκπαιδευτικά εργαλεία που ήδη αναφέρθηκαν, μπορεί, με καλή και συστηματική συνεργασία, να εξελιχθεί σε ένα πεδίο ποικίλων δράσεων, ανταλλαγής τεχνογνωσίας και απόψεων, ώστε να συμβάλει, στο βαθμό που μπορεί, στη συζήτηση όχι μόνο για τη γενεαλογία του ευρωπαϊκού ιδεώδους αλλά και για το μέλλον του.

 

(Η φωτογραφία είναι ευγενική χορηγία του weloveaegina.com)